[Αντί Χαιρετισμού] Η ελληνική δικηγορία σε μετάβαση
Hελληνική δικηγορία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα πλέγμα μεταβολών που δεν περιορίζονται στο επίπεδο της επαγγελματικής πρακτικής, αλλά εκτείνονται σε ζητήματα θεσμικής λειτουργίας, δικαιοπολιτικού σχεδιασμού και ψηφιακού μετασχηματισμού του ευρύτερου χώρου της Δικαιοσύνης.
Η σημερινή συγκυρία χαρακτηρίζεται από την παράλληλη μεταβολή επαγγελματικών, θεσμικών, τεχνολογικών και κοινωνικών παραμέτρων, γεγονός που καθιστά αναγκαίο τον επαναπροσδιορισμό του ρόλου των Δικηγόρων και των οργάνων συλλογικής εκπροσώπησής τους, εντός του θεσμικού οικοσυστήματος της Δικαιοσύνης.
Η δικηγορία ως οργανικό στοιχείο του κράτους δικαίου απαιτεί ατομικά και συλλογικά υποκείμενα που δεν περιορίζονται σε επαγγελματικά ή διοικητικά καθήκοντα, αλλά συνδιαμορφώνουν – με την καθημερινή πρακτική τους – τον θεσμικό προσανατολισμό της.
Στο πλαίσιο αυτό, σε αντίθεση με το παραδοσιακό υπόδειγμα απλής ρυθμιστικής και εποπτικής λειτουργίας επί της άσκησης του επαγγέλματος, η σημερινή συγκυρία επιτάσσει έναν διευρυμένο θεσμικό ρόλο των Δικηγορικών Συλλόγων : ενισχυμένη κοινωνική αναφορά, αυτορρύθμιση και ανάληψη ευθύνης για την ποιότητα και την ανεξαρτησία της δικηγορικής λειτουργίας, εντονότερη συμμετοχή στο διάλογο για τις μεταρρυθμίσεις στον ευρύτερο χώρο της Δικαιοσύνης, αλλά και για μείζονα ζητήματα θεσμικής-κοινωνικής λειτουργίας, με διαμόρφωση λυσιτελών και σαφών σχετικών προτάσεων,.
Η προϊούσα ψηφιοποίηση της Δικαιοσύνης δεν συνιστά απλά τεχνικό φαινόμενο, αποτελεί δραστική μεταβολή του τρόπου πρόσβασης σ΄ αυτήν, με κρίσιμες συνέπειες – μεταξύ άλλων - για τους Δικηγόρους και την ευρύτερη κοινωνία.
Η αθρόα εισαγωγή ψηφιακών εργαλείων εγείρει, αναπόφευκτα, καίρια θεσμικά ερωτήματα για την προοπτική της δικηγορικής λειτουργίας : την ισότητα στην πρόσβαση, την επάρκεια της ψηφιακής κατάρτισης, την προστασία των προσωπικών δεδομένων και εν τέλει την διαφύλαξη της επαγγελματικής αυτονομίας του Δικηγόρου.
Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι οφείλουν να εγγυηθούν έμπρακτα ότι ο ψηφιακός μετασχηματισμός δεν θα λειτουργήσει ως μηχανισμός αποκλεισμού και περιθωριοποίησης, αλλά αντίθετα τεχνικής και θεσμικής ενίσχυσης της δικηγορικής λειτουργίας, για το σύνολο της δικηγορικής κοινότητας.
Η ένταξη των νέων δικηγόρων στην αγορά νομικών υπηρεσιών εξελίσσεται υπό συνθήκες εντονότατης επαγγελματικής αβεβαιότητας και πίεσης.
Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι καλούνται να διαμορφώσουν πολιτικές υποστήριξης των νέων Δικηγόρων – όχι απλά ως μέτρα «κοινωνικής μέριμνας» - αλλά, κυρίως, ως «επένδυση» στη βιωσιμότητα της δικηγορίας ως θεσμικού επαγγέλματος, (απολύτως ενδεικτικά) μέσω της ενίσχυσης των νομικών και τεχνολογικών δεξιοτήτων, της επικαιροποίησης της γνώσης, της διευρυμένης προσφοράς γνωστικών εργαλείων, της προώθησης της νομικής εξειδίκευσης, της υποστήριξης των εναλλακτικών (μη δικαστηριακών) τρόπων επίλυσης των διαφορών, της ανάδειξης της αξίας της νομικής συμβουλής ως (έμπρακτα) αμοιβόμενης δικηγορικής ύλης, της καθοδήγησης για την σταδιακή αλλαγή του μοντέλου άσκησης της δικηγορίας από ατομικό σε συνεργατικό.
Η Δικαιοσύνη δεν συγκροτείται μόνο από δικαστικούς θεσμούς. Συνδιαμορφώνεται από τους Δικηγόρους, μέσω της υπεράσπισης των δικαιωμάτων και της διαδικαστικής νομιμότητας.
Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι οφείλουν να τοποθετούνται με επιστημονική υπευθυνότητα και τεκμηρίωση – συνεπώς με θεσμική εγκράτεια – σε ζητήματα που άπτονται ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, θεσμικών αλλαγών και αναδιάρθρωσης του ευρύτερου χώρου της Δικαιοσύνης.
Η τυχόν προκύπτουσα θεσμική σιωπή σε τέτοια ζητήματα δεν συνιστά ουδετερότητα, άλλα έμπρακτη απεμπόληση του δημόσιου ρόλου των Δικηγορικών Συλλόγων.
Η μετάβαση της δικηγορίας σε ένα νέο υπόδειγμα άσκησής της, καθιστά τους Δικηγορικούς Συλλόγους όχι απλά «εποπτικούς», αλλά θεσμικούς παράγοντες στρατηγικής σημασίας. Ο ρόλος τους ταυτίζεται – περισσότερο από ποτέ – με την προστασία της επαγγελματικής ανεξαρτησίας των Δικηγόρων, όχι ως αυτοσκοπού αλλά ως αναγκαίας και ικανής συνθήκης για την προστασία των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων και εν τέλει την διαφύλαξη του κράτους δικαίου.
Υπό το πρίσμα αυτό, η υγιής οργάνωση και η ενδυνάμωση της λειτουργίας των Δικηγορικών Συλλόγων – ιδανικά, στο πλαίσιο της αυτορρύθμισης τους - δεν αποτελεί ζήτημα επαγγελματικής ή/και συνδικαλιστικής (και μόνο) αναγκαιότητας, αλλά (πρώτιστα) θεσμική προϋπόθεση για την εύρυθμη και δημοκρατική λειτουργία της απονομής δικαιοσύνης στην Πατρίδα μας.
Ευτυχισμένο & δημιουργικό για όλες και όλους το Νέο Έτος 2026 !
Χρήστος Αν. Στρατηγόπουλος
Πρόεδρος Δ.Σ.Β.
